Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ, στο καρναβάλι ετούτο



Μάλωσε με μάνα. Μάλωσε με, μα όχι μη μου κακιώνεις. Μη μου κακιώνεις για όσα κατάφερα και όσα δεν μπόρεσα.
Για όλα αυτά, που όταν με κράταγες δικό σου σπόρο στην αγκαλιά, ονειρεύτηκες για μένα.
Προσπάθησα ξέρεις, να γίνω αντάξια των προσδοκιών σου, μα πιο πολύ των δικών μου.
Τα ταξίδια δεν είναι μοναχικά και εγώ δεν βρήκα αντάξιους συνοδοιπόρους. Γνώρισα πολλών ειδών συνταξιδιώτες. Κάποιοι ήταν δειλοί και δεν πέταξαν ποτέ μαζί μου. Άλλοι γεμάτοι μίσος απέναντι στο θαύμα που λέγεται ζωή.

Προσπάθησαν να με αλλάξουν μαμά.

Φίλοι με πρόδωσαν, άντρες με απαρνήθηκαν, συγγενείς δεν με επέλεξαν. Είδα πολλά μάτια. Μάτια με μίσος, μάτια αγαπημένα, μάτια αδιάφορα, μάτια ερωτευμένα και μάτια που έλεγαν ψέματα.
Αυτός ο κόσμος είναι άδικος, σε προσπερνάει, απλά. Προσπαθείς να δείξεις την αξία σου μέχρι να καταλάβεις ότι δεν άξιζε καν η προσπάθεια. Οι άνθρωποι είναι γεμάτοι πάθη, αρρωστημένα πάθη.
Μερικοί είναι ανυπόφορα μικρούλιδες.

Με λάθος αξίες γεννήθηκα. Δεν έχει θέση ανάμεσα τους η αξιοπρέπεια. Δεν έχει θέση ανάμεσα τους η εκτίμηση. Θεριά διψασμένα για πόνο κατάντησαν οι άνθρωποι.
Ανθρωποειδή με συναισθηματική αναπηρία. Το ξέρουν? Δεν τους νοιάζει. Όσο ο μικρόκοσμος τους κινείται γύρω τους αισθάνονται σπουδαίοι. Ένα κλουβί ο κόσμος τους και εγώ ενοχλητικό έντομο σπάω τα φτερά μου στα κάγκελα τους. Μια αγκαλιά ονειρεύτηκα για κόσμο εγώ.

Με αποκαλούν γραφική, συναισθηματική, ονειροπόλα.
Ναι, είμαι όλα αυτά και βούτηξα με πάθος στα πιο σκοτεινά νερά της ψυχής μου για να τα κερδίσω. Και μάντεψε μαμά, βγήκα καθαρή από τα πιο σκοτεινά σκοτάδια.

Πονάει η διαδρομή προς τον πάτο, μα αυτό που αξίζει τελικά να θυμάμαι είναι ότι πάντα υπάρχει πάτος. Και όταν φτάσεις εκεί εξαντλημένος, μια σοφία σαν από άλλο κόσμο πλαισιώνει την ματιά σου. Από τότε και για πάντα. Πως να διακρίνουν οι άνθρωποι αυτή τη διαφορά σε ένα βλέμμα?
Πρώτα πρέπει να αδειάσεις τελείως απ' ότι καλό έχεις μέσα σου. Αυτό σημαίνει ότι το δίνεις όλο. Ποιος αντέχει? Το κενό που μένει, έχει βάρος ασήκωτο. Σε τραβάει κάτω. Έπιασα πάτο μαμά. Αλλά από εκεί, έχει μόνο πάνω. Και τώρα που το ξέρω, νιώθω ευλογημένη που αξιώθηκα να μάθω ότι το καλό μου δεν τελειώνει. Ποτέ.

Ονειρεύομαι και ξεχνιέμαι. Αυτή είμαι εγώ.
Πικραίνεσαι πολλές φορές για μένα. Το ξέρω. Μα κάθε χαραυγή ξαναγεννιέμαι. Μη μου μετράς τις χαραυγές μου, μόνο δώσε μου την ευχή σου να ξεχνιέμαι στις περισσότερες από αυτές. Και συγχώρα με.
Συγχώρα με που δεν αντέχω τα μικρά. Συγχώρα με, που πιστεύω ακόμα ότι δυο χέρια ενωμένα καθιστούν συμμορία, με μια δύναμη που δεν τελειώνει. Αυτό ψάχνω πάντα και δεν μπορώ να συμβιβαστώ. Συγχώρα με που τήρησα κατά γράμμα τις αξίες που διδάχτηκα. Συγχώρα με που έμεινα ακέραιη κι ας ξέρω πως αυτός είναι ο δύσκολος δρόμος.


Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου


Μάσκα δεν έχω να γυρνώ στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ της θάλασσας την πονηριά και της σιωπής τον πλούτο.
Βάρα καλή, βάρα γερή μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία του χαρτοπόλεμου τη βία.
Σκουπίδι η σκέψη την πετώ τη λογική απαρνιέμαι,
μ' ένα σαράκι αρμένικο για δρόμους που δε θέλησα στις χαραυγές ξεχνιέμαι.
Βάστα το νου, βάστα το νου, να μην γκρινιάξει του καιρού
πού 'φτιαξε με τον πόνο κλίκα και τσιγκουνεύεται στη γλύκα


Δεν υπάρχουν σχόλια: