Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Με το μπαρδόν αλλά κλάταρα.



Ναι, εντάξει μην κάνετε έτσι. Να με συγχωρείτε που σας ξεβόλεψα. Αλλά να μωρέ, νομίζω κλάταρα.
Τι, δεν πρέπει να το λέω? Είναι που βαρέθηκα να παραμιλώ. Είναι που έλεγες και τις λέξεις συλλαβιστά, γιατί νόμιζες πως δεν θα καταλάβω. " Για τι ε χεις τα νε υρα σου α γα πη μου". "Τίποτα ρε παιδί, δεν έχω νεύρα, σπάσανε προ πολλού "

Γαμώτο. Ξέρω πως δεν έπρεπε να το πω. Σε κοιτάζουν στο μάτι, να δουν αν γυαλίζει. Αν, λέω αν υπάρχουν άνθρωποι που θα σε ακούσουν, χωρίζονται στις εξής τρεις κατηγορίες.
Οι ευθυνόφοβοι. Αυτοί που φοβούνται πως έχουν βάλει το χεράκι τους στα σπασμένα σου και προσπαθούν να σε πείσουν, ότι φταίνε τα πάντα εκτός από εκείνους, οι επιλογές σου, το ξερό σου το κεφάλι, ο παλιοχαρακτήρας σου. Συνήθως σε χειροτερεύουν.
Οι εγωκεντρικοί. Αυτοί είναι σίγουροι ότι ευθύνονται, αφού έτσι και αλλιώς η γη γυρνάει γύρω τους. Σε αυτή την περίπτωση, αφού το επεξεργαστούν και σκεφτούν " Ρε λες να πάθει τίποτα η τρελή εξαιτίας μου" θα σου πούνε ομορφιές..... Έχεις όλα τα καλά. Τι σου λείπει? Προσπάθησε λίγο ακόμα. Συνήθως εξαφανίζονται. Ναι καλέ, για το καλό σου.
Και η τρίτη κατηγορία, μη σου τύχει, είναι ευθυνόφοβοι και εγωκεντρικοί μαζί. Εκεί αρχίζει το γλέντι. Με αυτούς αν δεν γίνεις βουλιμική, φτηνά την γλιτώνεις.

Και μη πει κανείς ότι η ζωή είναι ωραία. Το ξέρω. Απλά δεν χωράω πια στη δικιά μου.

Τι ξεστόμισα βρε παιδιά? Γιατί, σάμπως και δεν σου είχε περάσει από το μυαλό? Ε να με συγχωρέσει τότε η αφεντιά σου για το θράσος μου. Δεκάρα δεν έδινες.
Άκου να το πω! Και τώρα να σε βάλω σε σκέψη τι θα μπορούσες να κάνεις για μένα. Εννοείτε καλέ, όχι κάτι που θα χρειαζόταν να μου αφιερώσεις χρόνο, όχι κάτι που θα σε ξεβολεψει, όχι κάτι δαπανηρό. Για τέτοια ήμαστε?
Γιατί είμαστε πουλάκι μου τελικά? Εγώ το δήλωσα, αυτό που φοβόσουν καιρό. Το φοβόσουν καιρό? Για τα επόμενα κράτα. Εγώ μια φορά, τα έπλυνα τα χέρια μου. Εμένα που με βλέπεις τα μεγαλύτερα μπουρλότα στα κλαταρίσματα μου τα έβαλα.

Αυτό, που έχω γαϊδουρινή υπομονή  σου άρεσε έτσι? Αλλά όταν μου τελείωνε πως νόμιζες ότι θα κλώτσαγα, κυριλέ? Κάτω από το τραπέζι? Γαϊδούρι θα συνέχιζα να είμαι και σαν τέτοιο θα κλώτσαγα.

Τι τώρα κατάλαβες πως δεν είμαι τέλεια? Συγνώμη μάτια μου, τα έκανα όλα, πριν το ξεστομίσω.
Πήρα φόρα και βάρεσα το κεφάλι μου στο τοίχο. Το σπίτι μου είναι μικρό και η φόρα δεν ήταν αρκετή.
Ήπια όλο τον Βόσπορο. Όχι σε ένα βράδυ καλέ, μήνες τον προσπαθώ. Σταμάτησα λίγο πριν την κίρρωση.
Σκέφτηκα να φύγω μετανάστρια, ξέρεις πόσα παίρνουν οι καθαρίστριες στην Ελβετία, 50 ευρώ την ώρα. Μετά θυμήθηκα την μάνα μου που με λέει ανοικοκύρευτη.
Από το καλάθι των άπλυτων έβγαλα το καπάκι. Σκέφτηκα δεν μπορεί, θα τον εξιτάρω "Θα βάζεις καλάθι καρδιά μου κάθε φορά που θα αλλάζεις εσώρουχα και θα μετράμε πόντους. Εντάξει?" Ήσουν άστοχος. Γενικώς.

Όλα τα έκανα. Όχι για μένα, για τα νεύρα μου. Η ηρεμία όμως δεν ερχότανε.
Ερχόντουσαν όλα τα άλλα όμως. Η ΔΕΗ, το τηλέφωνο, τα κοινόχρηστα, το ενοίκιο. Όχι, να πέσει φωτιά να με κάψει, ανάμεσα στο έναντι και το εκκαθαριστικό, ερχόσουν και εσύ. Και δυο φορές να μη σου πω.
Παραλογίζομαι? Πάλι? Κοίτα για να μην αγχωνόμαστε. Κλάταρα, στο είπα. Ναι, εντάξει, δεν ξέρεις να το διαχειριστείς. Το καταλαβαίνω. Μη δω οίκτο μόνο. Μόνο αυτό.
Υποκρίθηκα καιρό πως δεν ζω εδώ, σε αυτή την χώρα, που όλα με ενοχλούν, που μου κλέβουν τα όνειρα, για να μου τα επιστρέψουν μαζί με τη σύνταξη που δεν θα πάρω. Η κρίση εξαπλώθηκε παντού, στην ηθική μας, στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν θέλω άλλο. Ευχαριστώ. Τι δεν ήξερες πως είχα τέτοιες ανησυχίες? Με το μπαρδόν κιόλας.

Αν ήταν καλοκαίρι, θα απλωνόμουν στη πετσέτα μου, σε απόμερα βράχια, να μην ακούω θορύβους, μέχρι να έρθω να σταφιδιάσω. Και θα καταργούσα και τα παπούτσια. Πόσο με πνίγουν τα παπούτσια. Στο λαιμό. Και εσύ με πνίγεις, καιρό τώρα. Κάνεις θόρυβο. Ξαφνιάστηκες έτσι? Με είχες για κακό σκυλί. Ε καλά τώρα, δεν ψόφησα, αλλά τυραννιέμαι. Ένα διάλειμμα θέλω. Και το δικαίωμα να είμαι ελεύθερος άνθρωπος.
Δεν αντέχω τους θορύβους. Τις τηλεοράσεις. Τις αψιμαχίες. Τις κόρνες. Αυτούς που φωνάζουν. Αφού έχεις άδικο ρε φίλε, τι φωνάζεις?

Αν είναι να έρθεις και εσύ, έλα αθόρυβα. Βάλε μουσική αν θες, μόνο αυτήν αντέχω. Και προς θεού μη με αγγίζεις, νομίζω πως με λυπάσαι. Μόνο κανε μου έρωτα. Αν θες.
Α μην ξεχάσεις να χαμογελάσεις φεύγοντας. Αθόρυβα.

Και για την ιστορία. Μη με φοβάσαι. Έτσι παίρνω φόρα. Από πάντα.
Και αν πέσεις σε κανένα μήνα πάνω μου σε κάποιο νησί, με την καπελαδούρα μου, τα μεγάλα μου γυαλιά και το μαγιό με τις πούλιες, να πίνω cocktail με ύφος Audrey Hepbur. Όχι δεν θα κάνεις λάθος. Έτσι είμαι εγώ.




Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Δώσε μου δρόμους να τους περπατήσω

 (Εναλλακτικός τίτλος:  Μια ερωτική εξομολόγηση, όπως θα έπρεπε να είναι.)



Θέλω να έρθει μια ζεστή νύχτα, να πάρω τους δρόμους με τα πόδια. Να περπατήσω τους γνώριμους παλιούς αλλά και τους καινούργιους.

Στους παλιούς θέλω να σταθώ.
Να περάσω σαν αερικό σε σκηνές που έζησα, να διορθώσω διαλόγους, να πω αυτά που δεν ξεστόμισα ποτέ. Να πω ευχαριστώ για πράγματα που θεωρούσα δεδομένα. Να αγκαλιάσω εκεί που είχα γυρίσει την πλάτη. Να αφήσω τα δάκρυα να τρέξουν όπου ζορίστηκα και εκεί που έκλαψα να πάω να μου τα σκουπίσω και να μου πω "Μη κλαις, το γιατί θα το καταλάβεις αργότερα".
Το τώρα μου είναι το αργότερα του τότε. Τώρα, ξέρω τι έπρεπε να είχα κάνει κάθε δευτερόλεπτο του τότε, μα αυτή η γνώση δεν μου έδωσε τη σοφία να μην κάνω λάθη στο τώρα μου.

Όταν σταματάνε ένα αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου για να κόψουν μια στραπατσαρισμένη παπαρούνα και να σου την προσφέρουν, χαμογέλασε και ξέχασε αυτό που σε είχε ενοχλήσει. Δεν θα το ξαναζήσεις, ίσως σου αγοράσουν λουλούδια, ίσως να σου κόψουν κιόλας, μα ποτέ δεν θα ξανασυμβεί σε εκείνο τον δρόμο και ποτέ δεν θα ξαναβρεθεί η ίδια παπαρούνα.
Πόσα λουλούδια νομίζεις ότι σου αναλογούν;

Θα πάω σε εκείνο το δρόμο, στο κέντρο της Αθήνας, που ήμουν τόσο προβληματισμένη που ξέχασα το λόγο που είχα βρεθεί εκεί, να ζητήσω και να πάρω μια συγνώμη, να πάρω πίσω λόγια και πράξεις και το κυριότερο να πω πόσο λυπάμαι. Θα πήγαινα λοιπόν από πάνω και θα μου έδινα ένα χαστούκι για να με βγάλω από την ξιπασιά μου, η οποία δεν μου επέτρεψε να κάνω τίποτα απ' όλα όσα όφειλα.
Θα πήγαινα όμως και σε ένα άλλο δρόμο, θα μου έβαζα τα χέρια στα αυτιά μου να με προφυλάξω από αυτά που θα άκουγα, θα με έπαιρνα από το χέρι και θα μου ψιθύριζα στο αυτί " Πάμε κοπέλα μου κάπου να χορέψεις, κάπου που θα γελάς".
Θα πήγαινα σε όλους τους δρόμους που δεν είχα θέση και θα με έπαιρνα μακρυά.

Τους καινούργιους θα τους περπατήσω με χαρά.
Με χαρά γιατί πάντα υπάρχουν καινούρια πράγματα να ζήσεις, να ακούσεις, να αισθανθείς. Σε κάποιους δρόμους θέλω να έχω ένα χέρι στον ώμο μου, σε άλλους ένα χέρι μεσα στο δικό μου και μερικούς θα ήθελα να τους περπατήσω μόνη.
Να μυρίσω νυχτολούλουδα, πορτοκαλιές ανθισμένες, να κοιτάζω τα φωτισμένα παράθυρα και να φτιάχνω ιστορίες που θα συμβαίνουν εκεί, μέσα στα φώτα. Να κλέψω ένα λουλούδι από μια γλάστρα και να μου το χαρίσω. Να χάσω την ανάσα μου, να αλλάξω τέμπο. Να την ξαναβρώ και να συνεχίσω.

Όσο και να περπατήσω στους παλιούς δρόμους, όσο και να προσπαθήσω νοερά να διορθώσω λάθη, δεν μπορώ να υποσχεθώ ότι δεν θα κάνω τα ίδια λάθη και στους καινούργιους δρόμους. Θα θυμάμαι όμως να σου χαμογελώ κάθε τόσο. Δεν ξέρω αν θα υπάρχουν σε κάποια γωνιά στρωμένα ροδοπέταλα η αν θα μας περιμένουν δεινά. Μα δώσε μου την ευκαιρία να το διαπιστώσω. Δώσε μου καινούργιους δρόμους να περπατήσω. Δεν ξέρω αν μπορώ να αλλάξω το τρόπο που περπατάω, αλλά ειναι μια καλή αρχή ότι για χάρη σου μπορώ να βάλω καινούρια παπούτσια για να τους περπατήσω. Αρκεί να είσαι εκεί. Πλάι μου.



              

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Άλλο όμως το σπίτι, άλλο το σπιτικό.

Γυρνάς το κλειδί και η πόρτα ανοίγει. Τα πάντα γνώριμα και ξένα. Είναι το σπίτι σου, προσπάθησες πολύ να το κάνεις σπιτικό, μα παραμένει σπίτι.
Το βλέμμα σου περιπλανιέται στα πράγματα γύρω σου, αντικείμενα διαλεγμένα από εσένα. Τα προσέχεις, να μη σπάσουν, να μη χαλάσουν. Τα περιποιείσαι αδιάκοπα, αλλά τελικά αν αποχωριζόσουν κάποια από όλα αυτά, δεν θα μπορούσες να συνεχίσεις την ζωή σου?
Κοιτάζεσαι σε έναν παλιό καθρέφτη που είχες ξεθάψει σε κάτι σκουπίδια στην Ίο, είναι όμορφος δεν αμφιβάλλεις, μα αν ξαφνικά έσπαγε?

Χαζεύεις την βιβλιοθήκη και τα περισσότερα βιβλία σου διηγούνται μια ιστορία. Όπως εκείνο εκεί, που σου θυμίζει μια εκδρομή στη Μονεμβασιά και μια νύχτα κάτω από τα αστέρια, μέσα σε μια μικρή σκηνή να κοιμάστε τρία άτομα. Πόσο αστεία ήταν τότε. 
Αν κάποια μέρα σου λέγανε ότι πρέπει να φύγεις και να πάρεις μια μικρή τσάντα μαζί σου, τι θα ήταν αυτό που αν το άφηνες πίσω θα σου έκοβε το οξυγόνο?
Αν δεν μπορούσες να πάρεις εκείνο το βιβλίο, αν το έχανες για πάντα, θα ξεχνούσες την εκδρομή και τα γέλια?

Κάθε τι που είναι γύρω σου, έχει μια αξία, μικρή η μεγάλη. Κάποια έχεις ξεφορτωθεί με την πάροδο
του χρόνου, μα κάποια άλλα τα έχεις επιλέξει να σε καλημερίζουν και να σου θυμίζουν. Να σου θυμίζουν αυτά που φοβάσαι πως θα ξεχάσεις.
Αυτά που πέταξες όμως σε βοήθησαν να ξεχάσεις? Σε τίποτα δεν βοήθησαν, ούτε αυτά που κράτησες, ούτε αυτά που πέταξες. Γιατί όλα, τα άσχημα και τα όμορφα, τα κουβαλάς πάνω σου. Πάντα. Μέσα στο μυαλό σου. Δυστυχώς αυτό δεν κομματιάζεται για να δεις τι θέλεις να κρατήσεις και τι όχι.

Κοιτάζω γύρω μου ξανά, χαμογελώ ευχαριστημένη. Ναι μπορεί να μου λείπουν κάποια πράγματα που άφησα αλλού, αλλά και με αυτά που έχω μπορώ να ευτυχίσω.
Αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι και χωρίς αυτά μπορώ να ευτυχίσω.
Θα ξαναγόραζα καινούριες αναμνήσεις. Ίσως εκείνο το κοχύλι από τους Λειψούς να μην μπορούσα να αγοράσω, αλλά θα ξαναπήγαινα ευχαρίστως να βρω ένα καινούριο. Και όταν θα το έβρισκα, την ίδια χαρά θα έκανα.

Όλα λοιπόν μια ιδέα είναι, η μάλλον πολλές ιδέες που νομίζουμε πως χωρίς αυτές δεν υπάρχουμε και αν χαθεί κάτι, θα ξεχάσουμε την διαδρομή εώς το τώρα.
Δεν έχω φανταστεί να αφηγούμαι μία περίοδο της ζωής μου και να λέω ''Ξέρεις μωρέ ήταν τότε που είχα εκείνο το φοβερό καραβίσιο τασάκι που είχα αγοράσει από ένα παλιατζίδικο στο Πέραμα''
Άρα τη διαδρομή μας ποτέ δεν την χαρακτήριζαν αντικείμενα. Μόνο άνθρωποι συνοδοιπόροι.
Κάποιοι μας πλήγωσαν, κάποιους πληγώσαμε. Κάποιοι αγαπηθήκαμε. Κάποιοι μας δίδαξαν και κάποιοι μπορεί να λείπουν για πάντα.

Το σπίτι μας λοιπόν είναι τα αντικείμενα. Άλλο όμως το σπίτι, άλλο το σπιτικό.

Όσο για το σπιτικό μας, πάντα πίστευα ότι είναι εκεί που είναι η καρδιά μας. Μα τώρα η δική μου καρδιά, είναι στη θέση της και για πρώτη φορά, εγώ μόνη μαζί της προσπαθώ να της φτιάξω σπιτικό.

Και όσο για το τι θα έπαιρνα μαζί μου σε μια μικρή τσάντα, κατέληξα. Φωτογραφίες. Μερικές φωτογραφίες, για να μη με προδώσει κάποτε το μυαλό μου και ξεχάσω τα βλέμματα που αγάπησα.



Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Αγαπώ τις ρυτίδες σου όταν χαμογελάς

Σε βλέπω να με κοιτάς επίμονα. Με φέρνεις σε αμηχανία. Στρέφω το βλέμμα μου αλλού και περιμένω να μιλήσεις. ''Γύρω από τα μάτια σου έχεις ρυτίδες. Τον τελευταίο καιρό και χωρίς να χαμογελάς'' ....το σώμα μου κάνει θόρυβο όταν συναντά το πάτωμα, σαν σακί έπεσα, ίσως και το κεφάλι μου να βρήκε σε κάποια γωνία.... 
Ανάβω ένα τσιγάρο, πάλι από αμηχανία, κρυφογελάω με την φανταστική πιθανή μου αντίδραση και σε ρωτάω δήθεν αδιάφορα ''Τι είπες?'', όχι δεν είμαι κουφή, αλλά δίνω τον χρόνο στον επεξεργαστή του εγκεφάλου μου να τον κηρύξει σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Δέχομαι επίθεση.  
Συνεχίζεις ψύχραιμος ''Νομίζω ότι έχεις αρχίσει να γερνάς''.

Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου αισθάνομαι πληγωμένη, αδικημένη και νευριασμένη ταυτόχρονα, ο εγωισμός μου βγάζει τα νύχια του και γίνομαι ειρωνική ''Και σε ξεγέλασα έτσι? Άλλα περίμενες από μένα.''  και ρίχνω κλεφτές ματιές στο λιποθυμισμένο μου σώμα στο πάτωμα....

Και κάτι που σου είπα εγώ, κάτι που μου είπες εσύ, χαλάσαμε εκείνον τον κυριακάτικο πρωινό καφέ στο αγαπημένο μας στέκι. Βρήκα μια δικαιολογία που είχε σχέση με πονοκέφαλο, για να μη σε ακολουθήσω στο ραντεβού με φίλους στον Μαραθώνα. Θα τα λέγαμε μετά στο σπίτι. 
Βγαίνω στο δρόμο, κρύος αέρας με χτυπά και με μουδιάζει. 

Περνάνε δυο ώρες και χαζεύω βιτρίνες, συχνά κοιτάζω το είδωλο μου στο τζάμι τους, για να σιγουρευτώ ότι το είδωλο μου είναι νεανικό. Αγανακτώ. Αλίμονο αν κάποιος έχει την φαντασίωση ότι θα μείνει για πάντα νέος. Πονάει το κεφάλι μου στ'αλήθεια τώρα. Ρε σίγουρα δεν έπαθα συμφόρηση και δεν σωριάστηκα και δεν χτύπησα και το κεφάλι μου?

Άλλωστε βλέπεις την ομορφιά σε όλες τις ηλικίες.

Εντάξει παραλογίστηκα πριν. Τι δεν είπε το στόμα μου, ότι δεν με κάνει να νιώθω όμορφα, ότι προσέχει μόνο τα αρνητικά μου, κάπου προς το τέλος πρέπει να είπα ότι δεν με θέλει ευτυχισμένη, μπλα μπλα μπλα, πολύ μπλα μπλα αδερφάκι μου....
Προσπαθώ να καταλάβω τον λόγο που με πείραξε τόσο πολύ. Η γυναικεία μου φιλαρέσκεια? Η αίσθηση ότι είμαι ακόμα μία αφράτη παιδούλα? Γιατί μήπως εγώ δεν είχα προσέξει τις ρυτίδες για τις οποίες έλεγε, ένα σκασμό χρήματα είχα ξοδέψει σε κρέμες.
Κάθομαι σε ένα παγκάκι και παρατηρώ τον κόσμο που περνάει. Η αλήθεια είναι ότι στέκομαι περισσότερο στα πρόσωπα γυναικών μικρότερων από μένα για να εντοπίσω φθορά.
 Όχι από κακία. Για συμπαράσταση ψάχνω.

Το ξέρω, είχα απαράδεκτη αντίδραση αλλά και εκείνος άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου. Χτυπάει το κινητό, μου λέει πως έχασα, τα ψάρια που είχαν ψαρέψει τα παιδιά την προηγούμενη, ήταν καταπληκτικά. 
Παίρνω το δρόμο για το σπίτι. Σιχαίνομαι τα ψάρια. Τα ακαθάριστα ψάρια. Για την ακρίβεια όμως, τα τελευταία έξι χρόνια ποτέ δεν χρειάστηκε να καθαρίσω το δικό μου ψάρι.
Ενοχές.

Φτάνω στο σπίτι πολύ θυμωμένη. Μαζί μου.
Τα είπα όλα. Ότι μπούρδα και παράπονο μάζευα καιρό, τα πέταξα μέσα στα μούτρα του για να τον κάνω να νιώσει λίγος. Ψάχνω στη βιβλιοθήκη ένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τις πρώτες μας διακοπές. Το ξεφυλλίζω ώρα, αλλά αντί να παρατηρώ εμένα, στέκομαι πιο πολύ σ' εκείνον. Έχει αλλάξει.
Τότε κατάλαβα.

Δεν χρειαζόταν να δω παλιές φωτογραφίες για να καταλάβω ότι είχε αλλάξει και εκείνος. Τότε κατάλαβα τι ήταν αυτό που με έκανε να πρασινίσω από το κακό μου. 
Το ότι εγώ ένιωθα να αγαπώ αυτές τις αλλαγές. Τις ρυτίδες γύρω από τα μάτια του, τις γκρίζες τρίχες στα γένια του, τα ανεπαίσθητα παχάκια στη μέση του. Όλα τα αγαπούσα. Ήταν δικά του.
Το πραγματικό μου πρόβλημα λοιπόν, δεν ήταν ότι δεν είχε πάθει μερική τύφλωση, αλλά το γεγονός ότι δεν είπε ''Αγαπώ τις ρυτίδες σου όταν χαμογελάς''.

Άλλωστε βλέπεις την ομορφιά σε ότι αγαπάς.

Όταν γύρισε στο σπίτι είχε βραδιάσει, ήρθε κοντά μου και έβαλε το πρόσωπο του μέσα στα μαλλιά μου. Με έκανε να γελάσω. Αντί για συγνώμη. 

Με ξάπλωσε και φίλησε τις ρυτίδες μου μία προς μία. Το ίδιο κι εγώ.

Άλλωστε, για κάποιες ρυτίδες του ευθυνόμουν εγώ. Ίσως και για κάποιες άσπρες τρίχες.






Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Να υποκριθώ πως με έπιασε η Άνοιξη?

Να υποκριθώ πως με έπιασε η Άνοιξη? 
Να πω τι? Ότι τρέχω κάθε μέρα αναμαλλιασμένη στους αγρούς και στους κάμπους και στερεώνω μαργαρίτες πίσω από τα αυτιά? (τις άρτιες όχι αυτές που μάδησα για να δω αν με αγαπά)...
Όχι, δεν θα πω ότι φοράω τα φλοράλ φορέματα μου και λικνίζομαι στο δρόμο σαν βάρκα σε στραβό γιαλό. Σέρνομαι.
Τα πόδια μου δηλαδή σέρνονται. Κουβαλάνε και εμένα. Το καλοκαίρι κουτσά στραβά θα το καταλάβεις, είναι η ζέστη θες, τα λίγα ρούχα, τα μπάνια στη θάλασσα που κάνουν καλό? Που? Ξέρω και εγώ? Στο δέρμα?
Και όλη αυτή η χαρά που νομίζεις πως θα φέρει η Άνοιξη, θα έρθει η θα την προλάβει ο καύσωνας και θα κλειστούμε μέσα σαν ποντικοί για λίγη δροσιά?
Εγώ πάντως το χρέος μου το έκανα, αγόρασα ένα μανό σε ανοιξιάτικο χρώμα, το έβγαλα από τη τσάντα και όταν το παρατήρησα μου φάνηκε σαν μαραμένο φιστίκι Αιγίνης, το έβαλα στο συρτάρι μαζί με τα περσινά. Το καμάρωσα και σε μισή ώρα το ξέχασα. Να θυμηθώ να το ξαναδώ.

Και τώρα που θυμήθηκα τα φιστίκια, να τι θα ήταν πολύ ωραίο να κάναμε την Άνοιξη για να γίνουμε πιο αλαφροΐσκιωτοι βρε αδερφέ. Να ήμασταν λέει στην Αίγινα (εγώ με φλοράλ φόρεμα πάντα), να ξαμολυθούμε, να κυνηγιόμαστε σαν τα στοιχειά μέσ' τα λιβάδια και να τσακίζουμε φιστίκια από τα δέντρα τα οποία θα χτύπαγε ένα ελαφρύ δροσερό αεράκι. Μετά ξαναμμένοι από το περπάτημα θα καταλήγαμε σε ένα παραθαλάσσιο ταβερνάκι να λιαζόμαστε, παρέα με πέντε πιάτα γαύρο μαρινάτο, ψωμί και μπύρα....

Χτυπάει το τηλέφωνο. Και ρωτάω εγώ τώρα, ''τα φυστίκια ξέρουμε πότε τα μαζεύουν?'' - ''Καλοκαίρι, γιατί?'' - ''Τ'ιποτα μωρέ έτσι ρώτησα...τι, δεν τρώγονται κατευθείαν από τα δέντρα?. Ααα δεν ξέρω έχω τις επιφυλάξεις μου''

Πάει και η λιακαδάτη χαρά, πάει και η φαντασίωση. Σήμερα όμως θα κάνω την υπέρβαση μου.
Θα συρθώ. Ναι.
Μέχρι το ψυγείο. Έχει μπύρα και γαύρο μαρινάτο. Εντάξει όχι, δεν έχει λιακάδα μέσα στη κουζίνα μου αλλά οι παλιές λένε ''Μην κάθεσαι στον ήλιο Άνοιξη, θα αρρωστήσεις''. Και ποια είμαι εγώ να τις αγνοήσω......


Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Ανοχή από ενοχές.

Και ξυπνάς ένα ανοιξιάτικο βράδυ και είσαι 33 και βλέπουμε... όχι πως τα έκλεισες τώρα, μα να, χαστούκισες το δεκαεξάχρονο που νόμιζες πως ήσουν και όταν συνήλθες από το σοκ, ήσουν 33 και βλέπουμε....
Τώρα δηλαδή βλέπεις? 
Αρχίζεις και μετράς. Σου τελειώνουν τα δάχτυλα. Συνεχίζεις. Έτσι και αλλιώς, όταν οι άλλοι σταματούσαν, εσύ πάντα συνέχιζες. Άλλοι το έλεγαν πείσμα, άλλοι αυτομαστίγωμα, άλλοι φόβο αποτυχίας, εγώ τείνω να καταλήξω στο ότι δεν υπήρχε αίσθηση του χρόνου. Που είχαμε μείνει? Α ναι, στο μέτρημα.
Μετράς τους τοίχους με τους οποίους είχες μετωπική, γκρεμούς που πήδηξες, ρέματα που διέσχισες, κοντέρ που μηδένισες. Και τώρα βλέπεις?
Κάτι διακρίνω. 
Ανοχή. Ανοχή από ενοχές. Όταν αρχίζεις και βλέπεις συγκαταβατικά τον κόσμο γύρω σου, αισθάνεσαι την ανάγκη να τον ανεχτείς. 
Και τον ανέχεσαι. 
Εκεί βρίσκεται και το μυστικό, στην ισορροπία που θα κρατήσεις. Αν υπάρχει, αλλιώς καταλήγεις ανισόρροπος, να τυραννιέσαι μέσα στους παραλογισμούς.

Έχει συμπτώματα η ανοχή. 
Είναι εκείνη η στιγμή που το βλέμμα φεύγει λίγο πάνω δεξιά σαν αλλήθωρος και η φράση ''εστίαζω το βλέμμα μου κάπου'' περιορίζεται στα νευρολογικά ιατρεία, το χέρι έρχεται σιγά σιγά να στηρίξει το κεφάλι που παίρνει την κατιούσα και το μυαλό τρέχει με ταχύτητα φωτός.... Μα είσαι ανήμπορη να αρθρώσεις έστω και μία λέξη. ''Μ'ακούς'', σε ρωτάνε, ''βέβαια βέβαια'', απαντάς από κεκτημένη ταχύτητα. Κι ας μοιάζεις εκείνη την ώρα σαν την Αστέρω έτοιμη να απαγγείλει ποίημα. 
Συνήθως δεν το καταλαβαίνει κανείς, το στήθος τους πάει να σκάσει σαν παραγεμισμένη χριστουγεννιάτικη γαλοπούλα, η φωνή τους δυναμώνει,  αφού δεν απαντάς σημαίνει πως έχουν δίκιο.... Βέβαια..
Και τι να πεις δηλαδή? Ξέρεις, μπορεί και να σε λυπάμαι τελικά και επειδή σε βλέπω σαν άτομο ''ειδικής μεταχείρισης'', θα σου λέω ναι, μέχρι να γίνουμε άγγελοι να βγάλουμε φτερά που λέει και το τραγούδι?.... Και άντε να σου αποκαλύψω τον λόγο που σε ακούω σαν κωφάλαλη νεράιδα... εσύ θα τον καταλάβεις?